Εισαγωγή
Η αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων των Δήμων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η επάρκεια του ανθρώπινου δυναμικού, η εξειδικευμένη τεχνογνωσία, το μέγεθος και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε Δήμου επηρεάζουν καθοριστικά τη δυνατότητα των δημοτικών υπηρεσιών να ανταποκρίνονται στο εύρος και στην πολυπλοκότητα των αρμοδιοτήτων τους.
Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ν. 5314/2026, Α’ 103) προσεγγίζει το ζήτημα αυτό μέσα από ένα περισσότερο ευέλικτο πλαίσιο οργάνωσης και άσκησης των δημοτικών αρμοδιοτήτων. Στο επίκεντρο βρίσκεται η δυνατότητα κάθε Δήμου να επιλέγει, ανάλογα με τις οργανωτικές του δυνατότητες και τις ανάγκες του, το καταλληλότερο διοικητικό σχήμα για την αποτελεσματική άσκηση συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων. Κεντρική θέση στο νέο αυτό πλαίσιο κατέχει το άρθρο 324 του Κώδικα, το οποίο προσδιορίζει τους τρόπους άσκησης των δημοτικών αρμοδιοτήτων και λειτουργεί ως αφετηρία για ένα ευρύτερο σύστημα οργανωτικών και διοικητικών επιλογών.
Ο ΟΕΥ ως βάση του οργανωτικού σχεδιασμού
Βασικός τρόπος άσκησης των αρμοδιοτήτων παραμένει η αξιοποίηση του προσωπικού του Δήμου, σύμφωνα με την κατανομή των αρμοδιοτήτων που προβλέπει ο οικείος Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας (ΟΕΥ). Ο ΟΕΥ διατηρεί, επομένως, τον κεντρικό του ρόλο ως βασικό κανονιστικό εργαλείο οργάνωσης των υπηρεσιών του Δήμου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 του ν. 3584/2007 (Α’ 143). Παράλληλα, ο νέος Κώδικας διευρύνει τη λειτουργική αξιοποίηση του, καθώς η οργανωτική αποτύπωση των αρμοδιοτήτων συνδέεται πλέον με την αξιολόγηση της πραγματικής διοικητικής ικανότητας του Δήμου να τις ασκήσει αποτελεσματικά.
Στο πλαίσιο αυτό, όταν για την αποτελεσματική άσκηση συγκεκριμένης αρμοδιότητας απαιτείται συμπληρωματική διοικητική υποστήριξη, το Δημοτικό Συμβούλιο, με αιτιολογημένη απόφασή του, μπορεί να επιλέξει επικουρικό προς τις υπηρεσίες του Δήμου τρόπο άσκησης της και να ορίσει, όπου απαιτείται, την κατάλληλη οργανική μονάδα.
Ο Κώδικας προβλέπει προς τούτο ένα σύνολο εναλλακτικών επιλογών: τη σύσταση ειδικής υπηρεσίας, τη σύσταση κοινής υπηρεσίας Δήμων και Περιφερειών, τη σύσταση κοινής θέσης θεματικού διευθυντή, τη σύναψη σύμβασης έργου με υπάλληλο άλλου Δήμου ή Περιφέρειας, τη σύμβαση διαδημοτικής ή διαβαθμιδικής συνεργασίας και τη σύναψη προγραμματικής σύμβασης και σύμβασης με φορείς της κοινωνίας των πολιτών.
Έτσι, δίπλα στο ερώτημα «ποια οργανική μονάδα ασκεί την αρμοδιότητα;» προστίθεται ένα δεύτερο, εξίσου ουσιαστικό: «ποιο οργανωτικό σχήμα εξασφαλίζει την αποτελεσματικότερη άσκησή της;»
Η σύσταση ειδικής υπηρεσίας
Μία από τις νέες οργανωτικές δυνατότητες του Κώδικα είναι η σύσταση ειδικής υπηρεσίας για την αντιμετώπιση ειδικών υπηρεσιακών αναγκών του Δήμου. Σύμφωνα με το άρθρο 327, η ειδική υπηρεσία συστήνεται με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ως οργανική μονάδα επιπέδου Τμήματος και προβλέπεται στον οικείο ΟΕΥ. Με την απόφαση σύστασης προσδιορίζονται ο σκοπός, οι αρμοδιότητες της και η σχέση της με τις λοιπές υπηρεσίες του Δήμου.
Βασικό χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης οργανωτικής επιλογής αποτελεί ο προσωρινός χαρακτήρας της. Η διάρκεια λειτουργίας της συνδέεται με την ειδική υπηρεσιακή ανάγκη που δικαιολογεί τη δημιουργία της και μπορεί να ανέλθει έως δύο (2) έτη, με δυνατότητα ισόχρονης ανανέωσης για μία φορά. Με το πέρας της ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης, η υπηρεσία καταργείται.
Η στελέχωσή της πραγματοποιείται με μετακίνηση υπαλλήλων του ίδιου Δήμου για χρονικό διάστημα αντίστοιχο με τη διάρκεια λειτουργίας της, ενώ οι κλάδοι και οι ειδικότητες των υπαλλήλων και του προϊσταμένου της πρέπει να συνδέονται άμεσα με τον σκοπό για τον οποίο συστήνεται.
Η ειδική υπηρεσία παρέχει, επομένως, στον Δήμο ένα ευέλικτο εργαλείο προσωρινής οργανωτικής προσαρμογής, μέσω του οποίου μπορεί να συγκεντρώνει προσωπικό και τεχνογνωσία για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων και χρονικά προσδιορισμένων υπηρεσιακών αναγκών.
Η σύσταση κοινής υπηρεσίας Δήμων και Περιφερειών
Διαφορετική οργανωτική λογική ακολουθεί η κοινή υπηρεσία του άρθρου 328. Δήμοι της ίδιας Περιφερειακής Ενότητας μπορούν, με αποφάσεις των οικείων συμβουλίων τους, να συστήνουν μεταξύ τους ή από κοινού με την οικεία Περιφέρεια, κοινή υπηρεσία για την άσκηση οποιασδήποτε αρμοδιότητας.
Η κοινή υπηρεσία προβλέπεται στον ΟΕΥ του Δήμου ή της Περιφέρειας που αναλαμβάνει την άσκηση της αρμοδιότητας. Μέσω του ΟΕΥ καθορίζονται το επίπεδο της οργανικής μονάδας, ο αριθμός των θέσεων, οι κλάδοι και οι ειδικότητες του προσωπικού και του προϊσταμένου της, καθώς και τα λοιπά ζητήματα που συνδέονται με τη σύστασή της.
Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει ο τρόπος στελέχωσής της, καθώς προβλέπεται η δυνατότητα μετακίνησης ή απόσπασης υπαλλήλων των συμμετεχόντων Δήμων ή της Περιφέρειας για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, με δυνατότητα παράτασης έως δύο (2) επιπλέον έτη. Με τον τρόπο αυτό, οι συμμετέχοντες φορείς μπορούν να συνδυάζουν ανθρώπινο δυναμικό και εξειδικευμένη τεχνογνωσία για την από κοινού άσκηση μιας αρμοδιότητας.
Η κοινή υπηρεσία διαμορφώνει, συνεπώς, ένα θεσμικά οργανωμένο πλαίσιο διοικητικής συνεργασίας, ιδιαίτερα χρήσιμο για Δήμους που επιδιώκουν να ενισχύσουν τη διοικητική τους ικανότητα μέσω της κοινής αξιοποίησης ανθρώπινων και οργανωτικών πόρων.
Η κοινή θέση θεματικού διευθυντή
Μία ακόμη ενδιαφέρουσα οργανωτική επιλογή εισάγει το άρθρο 329 του Κώδικα: την κοινή θέση θεματικού διευθυντή. Δήμοι που επιλέγουν την από κοινού άσκηση αρμοδιότητας η οποία απαιτεί εξειδικευμένη γνώση μπορούν να συστήσουν κοινή θέση θεματικού διευθυντή, με δυνατότητα συμμετοχής και της οικείας Περιφέρειας. Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί ένα ευέλικτο σχήμα διοικητικής συνεργασίας, κατάλληλο ιδιαίτερα για αντικείμενα υψηλής εξειδίκευσης, παρέχοντας σε περισσότερους Δήμους κοινή διοικητική και επιστημονική καθοδήγηση σε συγκεκριμένο τομέα πολιτικής.
Η σύμβαση έργου με υπάλληλο άλλου Δήμου ή Περιφέρειας
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η δυνατότητα αξιοποίησης στελεχών άλλων ΟΤΑ, με αμοιβή, για την άσκηση συγκεκριμένης αρμοδιότητας. Ο Κώδικας, στο άρθρο 330, παρέχει στους Δήμους, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τη δυνατότητα σύναψης σύμβασης έργου με υπάλληλο άλλου Δήμου, Περιφέρειας ή νομικού τους προσώπου, όταν αυτός διαθέτει ειδικές γνώσεις ή εμπειρία. Για την ενεργοποίηση αυτής της διαδικασίας απαιτείται απόφαση του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου, μετά από γνώμη της δημοτικής ή περιφερειακής επιτροπής του φορέα στον οποίο ανήκει η οργανική θέση του υπαλλήλου, και έγκριση του Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Η οργανωτική αυτή επιλογή του νομοθέτη εισάγει μία ευρύτερη αντίληψη για την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της Αυτοδιοίκησης, διαφορετική από το πλαίσιο που ίσχυε έως σήμερα, αναγνωρίζοντας ότι η εμπειρία και η εξειδικευμένη γνώση ενός υπηρεσιακού στελέχους μπορούν να αποτελέσουν διοικητικό πόρο προς αξιοποίηση και από άλλους ΟΤΑ.
Η συνεργασία ως οργανωτική επιλογή
Το νέο πλαίσιο συμπληρώνεται από τις συμβάσεις διαδημοτικής και διαβαθμιδικής συνεργασίας και τις προγραμματικές συμβάσεις, όπως αυτές ρυθμίζονται από τον Κώδικα στα άρθρα 331, 332 και 646-654 καθώς και από τις συμβάσεις με φορείς της κοινωνίας των πολιτών σύμφωνα με το άρθρο 333. Διαμορφώνεται έτσι ένα μοντέλο στο οποίο η διοικητική αυτοτέλεια συνδυάζεται με τη συνεργασία, την κοινή αξιοποίηση πόρων και την ανάπτυξη σχημάτων διοικητικής συνεργασίας προσαρμοσμένων στις πραγματικές ανάγκες κάθε Δήμου. Η συνεργασία αποκτά, με αυτόν τον τρόπο, χαρακτήρα οργανωτικής επιλογής και εντάσσεται στον συνολικό διοικητικό σχεδιασμό του Δήμου.
Η ανάγκη αναπροσαρμογής του οργανωτικού μοντέλου των Δήμων
Οι νέες δυνατότητες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε συνδυασμό με τη διαδικασία προσαρμογής των ΟΕΥ των Δήμων στο νέο θεσμικό πλαίσιο. Η διαδικασία αυτή προσφέρει στους Δήμους την ευκαιρία να επαναξιολογήσουν συνολικά τον τρόπο με τον οποίο ασκούν τις αρμοδιότητές τους: να αποτυπώσουν τα πεδία στα οποία διαθέτουν επαρκή διοικητική ικανότητα, εκείνα που χρειάζονται ενίσχυση ανθρώπινων πόρων ή τεχνογνωσίας και τις περιπτώσεις στις οποίες ένα συνεργατικό διοικητικό σχήμα μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.
Υπό αυτή την οπτική, ο ΟΕΥ αποκτά περισσότερο στρατηγικό χαρακτήρα και, από κανονιστική πράξη οργανωτικής αποτύπωσης των υπηρεσιών, των αρμοδιοτήτων και των θέσεων, μπορεί να εξελιχθεί σε εργαλείο στρατηγικού σχεδιασμού του τρόπου οργάνωσης και άσκησης των δημοτικών αρμοδιοτήτων.
Η κατεύθυνση αυτή αποτελεί, ίσως, μία από τις σημαντικές οργανωτικές καινοτομίες του νέου Κώδικα, καθώς το ενδιαφέρον μετατοπίζεται σταδιακά από την τυπική κατανομή των αρμοδιοτήτων προς την επιλογή του διοικητικού μοντέλου που μπορεί να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότερη άσκηση τους.
Συμπεράσματα
Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης διαμορφώνει ένα περισσότερο ευέλικτο πλαίσιο για την οργάνωση και άσκηση των δημοτικών αρμοδιοτήτων, παρέχοντας στους Δήμους εναλλακτικούς μηχανισμούς που μπορούν να προσαρμόζονται στη διοικητική τους ικανότητα, στη διαθεσιμότητα ανθρώπινων πόρων, στο επίπεδο της απαιτούμενης τεχνογνωσίας και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε αρμοδιότητας.
Η σημασία των νέων ρυθμίσεων βρίσκεται κυρίως στη δυνατότητα επιλογής του καταλληλότερου οργανωτικού σχήματος για κάθε αρμοδιότητα. Υπό την έννοια αυτή, το κρίσιμο ερώτημα που καλείται πλέον να απαντήσει κάθε Δήμος αποκτά διπλή διάσταση: ποια υπηρεσία είναι αρμόδια και ποιος τρόπος άσκησης της αρμοδιότητας μπορεί να υπηρετήσει αποτελεσματικότερα τις ανάγκες του Δήμου και των πολιτών του;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό αποτελεί πλέον ουσιαστικό μέρος του οργανωτικού σχεδιασμού κάθε Δήμου και μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας περισσότερο λειτουργικής και αποτελεσματικής δημοτικής διοίκησης.
