Α. Εισαγωγή
Η Δημοτική Επιτροπή αποτελεί ένα από τα βασικά συλλογικά όργανα διοίκησης των Δήμων και κατέχει κεντρική θέση στο σύστημα δημοτικής διακυβέρνησης. Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ν. 5314/2026, Α’ 103) συστηματοποιεί το θεσμικό της πλαίσιο και προσδιορίζει με μεγαλύτερη σαφήνεια τη θέση και τον ρόλο της στη διοικητική λειτουργία του Δήμου.
Η σημασία της επιλογής αυτής αποτυπώνεται ήδη στη διατύπωση του άρθρου 138, σύμφωνα με το οποίο η Δημοτική Επιτροπή αποτελεί «συλλογικό όργανο αρμόδιο για τη διοικητική λειτουργία του δήμου». Παράλληλα, οι αρμοδιότητές της διακρίνονται σε αποφασιστικού, εισηγητικού, γνωμοδοτικού και συντονιστικού χαρακτήρα.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση αναδεικνύει τη Δημοτική Επιτροπή σε όργανο με ευρύ λειτουργικό αποτύπωμα, το οποίο συνδέει τη λήψη αποφάσεων με τον προγραμματισμό, την οργάνωση και την υλοποίηση της δημοτικής δράσης.
Β. Οι αποφασιστικές αρμοδιότητες της Δημοτικής Επιτροπής
Οι αποφασιστικές αρμοδιότητες της Δημοτικής Επιτροπής καλύπτουν σημαντικό μέρος της καθημερινής διοικητικής και οικονομικής λειτουργίας του Δήμου. Για παράδειγμα, στο πεδίο του ανθρώπινου δυναμικού, η Επιτροπή αποφασίζει, μεταξύ άλλων, για την υποβολή αιτημάτων πρόσληψης του πάσης φύσεως προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων των δικηγόρων και νομικών συμβούλων με σχέση έμμισθης εντολής και των συμβασιούχων μίσθωσης έργου ενώ στο πεδίο της νομικής υποστήριξης αποφασίζει, μεταξύ άλλων, για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου, την άσκηση ένδικων βοηθημάτων και μέσων και, υπό τις προϋποθέσεις του Κώδικα, για συμβιβασμούς ή καταργήσεις δικών όπως και για την υποβολή προσφυγών στις διοικητικές αρχές.
Ιδιαίτερα σημαντικός είναι επίσης ο ρόλος της στη διεκδίκηση χρηματοδοτικών πόρων, καθώς η Δημοτική Επιτροπή αποφασίζει για την υποβολή προτάσεων χρηματοδότησης ή επιχορήγησης δράσεων, προγραμμάτων και έργων και, όπου απαιτείται, για την αποδοχή της αντίστοιχης χρηματοδότησης.
Παράλληλα, συγκεντρώνει κρίσιμες αρμοδιότητες στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, από την κατάρτιση των όρων και τη διεξαγωγή των διαγωνιστικών διαδικασιών έως την άσκηση αρμοδιοτήτων της αναθέτουσας και της προϊσταμένης αρχής κατά τα επιμέρους στάδια των συμβάσεων.
Γ. Η συμμετοχή στον οργανωτικό σχεδιασμό του Δήμου
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση της Δημοτικής Επιτροπής με τον οργανωτικό σχεδιασμό του Δήμου. Η Επιτροπή εισηγείται στο Δημοτικό Συμβούλιο το σχέδιο του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (ΟΕΥ), τον Κανονισμό λειτουργίας των υπηρεσιών και τη Χάρτα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δημοτών και κατοίκων. Παράλληλα, μεριμνά για την έκδοση, ενημέρωση και διακίνηση του Οδηγού του Δημότη.
Στο ίδιο πεδίο εντάσσεται και η αρμοδιότητα της Δημοτικής Επιτροπής για την έγκριση συμβάσεων διαδημοτικής ή διαβαθμιδικής συνεργασίας καθώς και για τη σύναψη προγραμματικών συμβάσεων. Η πρόβλεψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο των νέων οργανωτικών δυνατοτήτων που παρέχει ο Κώδικας για την άσκηση των δημοτικών αρμοδιοτήτων, καθώς ενισχύει τον ρόλο της Επιτροπής στην επιλογή και ενεργοποίηση σχημάτων συνεργασίας μεταξύ Ο.Τ.Α. για την αποτελεσματικότερη παροχή υπηρεσιών και την αξιοποίηση κοινών διοικητικών και επιχειρησιακών δυνατοτήτων.
Δ. Ο επιχειρησιακός προγραμματισμός και η εφαρμογή των δημοτικών πολιτικών
Μία από τις σημαντικότερες διαστάσεις του νέου θεσμικού πλαισίου αφορά τη σύνδεση της Επιτροπής με τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση της δημοτικής δράσης. Η Δημοτική Επιτροπή είναι το όργανο εκείνου που συντονίζει την κατάρτιση του επιχειρησιακού προγράμματος, το εισηγείται στο Δημοτικό Συμβούλιο και αναλαμβάνει την ευθύνη της υλοποίησης του.
Αντίστοιχη λογική ακολουθείται και ως προς τη διαχείριση της δημοτικής ακίνητης περιουσίας. Η Επιτροπή εισηγείται στο Δημοτικό Συμβούλιο το πολυετές σχέδιο αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας και αναλαμβάνει την ευθύνη και την αποφασιστική αρμοδιότητα για την εφαρμογή του, ενώ προβλέπεται και ετήσια ενημέρωση του Δημοτικού Συμβουλίου για την πρόοδο υλοποίησης.
Στο πεδίο του επιχειρησιακού σχεδιασμού εντάσσεται επίσης η εισήγηση προς το Δημοτικό Συμβούλιο του τοπικού σχεδίου αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών και διαχείρισης συνεπειών από φυσικές και τεχνολογικές καταστροφές και λοιπές απειλές, ενισχύοντας τη συμμετοχή της Επιτροπής στον σχεδιασμό της πολιτικής προστασίας σε τοπικό επίπεδο.
Οι ρυθμίσεις αυτές προσδίδουν στη Δημοτική Επιτροπή χαρακτηριστικά επιτελικού οργάνου με αρμοδιότητες διοικητικού συντονισμού, το οποίο, με τον τρόπο αυτό, συμμετέχει στον σχεδιασμό, υποστηρίζει τη λήψη των στρατηγικών αποφάσεων και αναλαμβάνει κρίσιμες λειτουργίες για τη μετάβασή τους στο επίπεδο της εφαρμογής.
Ε. Οι αρμοδιότητες στον χωρικό και πολεοδομικό σχεδιασμό
Σημαντικός είναι και ο ρόλος της Επιτροπής σε ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα τη χωρική και αναπτυξιακή φυσιογνωμία του Δήμου. Στο πλαίσιο αυτό, η Δημοτική Επιτροπή εισηγείται προς το Δημοτικό Συμβούλιο για θέματα χρήσεων γης, πολεοδομικού σχεδιασμού, αναπλάσεων, πολεοδομικών επεμβάσεων, προστασίας του περιβάλλοντος και χωροθέτησης νεκροταφείων και κέντρων αποτέφρωσης. Παράλληλα, εκκινεί τη διαδικασία εκπόνησης Τοπικού και Ειδικού Χωρικού Σχεδίου και εξετάζει ενστάσεις που συνδέονται με αναθεωρήσεις και τροποποιήσεις του σχεδίου πόλης. Η λειτουργία της αποκτά, κατά συνέπεια, άμεση σύνδεση με τον χωρικό σχεδιασμό και τη διαμόρφωση κρίσιμων τοπικών πολιτικών.
ΣΤ. Η θεσμική σχέση της Δημοτικής Επιτροπής με το Δημοτικό Συμβούλιο
Ο ρόλος της Δημοτικής Επιτροπής στον νέο Κώδικα διαμορφώνεται σε άμεση θεσμική σχέση με το Δημοτικό Συμβούλιο, η οποία αποκτά λειτουργικό και αμφίδρομο χαρακτήρα, καθώς τα δύο όργανα συνδέονται μέσα από ένα σύστημα κατανομής και αλληλεπίδρασης αρμοδιοτήτων που αποσκοπεί στην εξισορρόπηση της πολιτικής νομιμοποίησης με τη διοικητική αποτελεσματικότητα.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ν. 5314/2026 προβλέπει τη δυνατότητα μετακύλισης της αποφασιστικής αρμοδιότητας μεταξύ των δύο οργάνων, εκφράζοντας τη λογική μιας «ευέλικτης κατανομής» των αρμοδιοτήτων εντός του Δήμου. Για θέματα ιδιαίτερης σοβαρότητας, το Δημοτικό Συμβούλιο μπορεί, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση και την προβλεπόμενη πλειοψηφία, να ασκήσει το ίδιο αποφασιστικές αρμοδιότητες της Δημοτικής Επιτροπής, αναλαμβάνοντας την τελική κρίση σε ζητήματα αυξημένης θεσμικής ή πολιτικής βαρύτητας. Αντίστοιχα, η Δημοτική Επιτροπή μπορεί να παραπέμψει στο Δημοτικό Συμβούλιο συγκεκριμένο θέμα της αρμοδιότητάς της, όταν η ιδιαίτερη σημασία, η πολιτική διάσταση ή οι επιπτώσεις του στο σύνολο της δημοτικής πολιτικής δικαιολογούν την ανάληψη της απόφασης από το ανώτατο συλλογικό όργανο του Δήμου.
Διαμορφώνεται έτσι ένα σύστημα θεσμικής και λειτουργικής διασύνδεσης: το Δημοτικό Συμβούλιο διατηρεί τον κεντρικό πολιτικό και κανονιστικό του ρόλο, ενώ η Δημοτική Επιτροπή αναλαμβάνει αυξημένη ευθύνη για τη διοικητική προετοιμασία, τον συντονισμό και την εφαρμογή σημαντικών πολιτικών και αποφάσεων.
Ζ. Τι αλλάζει σε σχέση με το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο
Σε σύγκριση με το προϊσχύσαν θεσμικό πλαίσιο, ο νέος Κώδικας διατηρεί τον βασικό πυρήνα των αρμοδιοτήτων που είχαν απονεμηθεί στη Δημοτική Επιτροπή μετά την ενοποίηση της Οικονομικής Επιτροπής και της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής, προσδίδοντας παράλληλα στο όργανο σαφέστερη θεσμική φυσιογνωμία. Η ουσιαστική διαφοροποίηση εντοπίζεται στον ρητό προσδιορισμό της ως συλλογικού οργάνου αρμόδιου για τη διοικητική λειτουργία του Δήμου και στη συστηματική διάκριση των αρμοδιοτήτων της σε αποφασιστικές, εισηγητικές, γνωμοδοτικές και συντονιστικές.
Στις σημαντικές καινοτομίες του νέου πλαισίου εντάσσεται και η δυνατότητα μεταβίβασης του δικαιώματος υπογραφής συγκεκριμένων πράξεων (για επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και για αδειοδοτικές και ρυθμιστικές αρμοδιότητες του Δήμου όπως προεγκρίσεις καταστημάτων, άδειες μουσικής, κ.α.) σε προϊστάμενο υπηρεσίας του Δήμου, υπό τις ειδικές προϋποθέσεις της παρ. 7 του άρθρου 138. Η ρύθμιση αυτή προσθέτει μία νέα διάσταση στη λειτουργία του συλλογικού οργάνου, καθώς συνδέει την άσκηση συγκεκριμένων αποφασιστικών αρμοδιοτήτων του με την υπηρεσιακή δομή του Δήμου και ενισχύει τη διοικητική ευελιξία στην εφαρμογή τους.
Πρόκειται για μια μεταβολή που υπερβαίνει τη νομοτεχνική αναδιάταξη των αρμοδιοτήτων και αποτυπώνει τη σταδιακή μετεξέλιξη της Δημοτικής Επιτροπής σε κεντρικό όργανο διοικητικού συντονισμού, με διακριτή θέση μεταξύ του πολιτικού σχεδιασμού και της διοικητικής εφαρμογής. Ο ν. 5314/2026 ολοκληρώνει, υπό αυτή την έννοια, τη θεσμική μετάβαση που ξεκίνησε με τη δημιουργία της ενιαίας Δημοτικής Επιτροπής και της προσδίδει έναν περισσότερο συνεκτικό ρόλο στη συνολική αρχιτεκτονική διακυβέρνησης του Δήμου.
Η. Συμπεράσματα
Η συστηματική αποτύπωση των αρμοδιοτήτων της Δημοτικής Επιτροπής στον νέο Κώδικα αναδεικνύει τη διευρυμένη θεσμική της θέση στη διοικητική λειτουργία του Δήμου. Το πεδίο δράσης της εκτείνεται στην οργάνωση, στον προγραμματισμό, στην οικονομική διοίκηση, στο ανθρώπινο δυναμικό, στις δημόσιες συμβάσεις, στις χρηματοδοτήσεις, στην αξιοποίηση της δημοτικής περιουσίας και στον χωρικό σχεδιασμό, συνδέοντας διαφορετικές πτυχές της δημοτικής λειτουργίας σε ένα ενιαίο πλαίσιο διοικητικού συντονισμού.
Η θέση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για τη σχέση μεταξύ πολιτικού σχεδιασμού και διοικητικής εφαρμογής. Το Δημοτικό Συμβούλιο διατηρεί τον κεντρικό του ρόλο στη διαμόρφωση των βασικών επιλογών και πολιτικών του Δήμου, ενώ η Δημοτική Επιτροπή συμμετέχει στην προετοιμασία τους και αναλαμβάνει σημαντικό μέρος του συντονισμού και της εφαρμογής τους. Η ποιότητα της λειτουργίας της συνδέεται, επομένως, άμεσα με τη συνολική διοικητική ικανότητα και την αποτελεσματικότητα του Δήμου.
Υπό αυτή την οπτική, η θεσμική αναβάθμιση της Δημοτικής Επιτροπής αποτελεί σημαντική παράμετρο του νέου συστήματος δημοτικής διακυβέρνησης, καθώς ενισχύει τη συνοχή μεταξύ σχεδιασμού, διοικητικού συντονισμού και εφαρμογής των δημοτικών πολιτικών και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για αποτελεσματικότερη λειτουργία του Δήμου.
