Οι επιτροπές αποφασιστικού χαρακτήρα στον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης: Θεσμικός ρόλος και λειτουργία

A. Εισαγωγή

Μία από τις ενδιαφέρουσες θεσμικές καινοτομίες του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ν. 5314/2026, Α’ 103) αφορά τη δυνατότητα σύστασης επιτροπών αποφασιστικού χαρακτήρα από τα Δημοτικά και Περιφερειακά Συμβούλια.

Ειδικότερα, με το άρθρο 130 του Κώδικα διαμορφώνεται ένα ενιαίο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας των συγκεκριμένων επιτροπών, μέσω του οποίου αρμοδιότητες του Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβουλίου μπορούν να μεταβιβάζονται σε θεματικά εξειδικευμένα συλλογικά όργανα. Η σχετική δυνατότητα, η οποία προϋπήρχε για τις Περιφέρειες, επεκτείνεται πλέον και στους Δήμους με πληθυσμό άνω των 200.000 κατοίκων.

Οι συγκεκριμένες επιτροπές διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τις γνωμοδοτικές ή συμβουλευτικές επιτροπές. Η βασική διαφοροποίηση έγκειται ακριβώς στον αποφασιστικό χαρακτήρα τους, καθώς ασκούν τις αρμοδιότητες που τους μεταβιβάζονται και λαμβάνουν οι ίδιες τις σχετικές αποφάσεις για τους συγκεκριμένους τομείς πολιτικής.

B. Η φιλοσοφία του νέου θεσμού

Σύμφωνα με το άρθρο 130 του ν. 5314/2026, οι επιτροπές αποφασιστικού χαρακτήρα συστήνονται με σκοπό τη μεταβίβαση σε αυτές αρμοδιοτήτων του Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβουλίου για συγκεκριμένους τομείς πολιτικής, οι οποίοι προσδιορίζονται ρητώς από το ίδιο το Συμβούλιο. Πρόκειται, επομένως, για έναν μηχανισμό λειτουργικής αποκέντρωσης της αποφασιστικής αρμοδιότητας στο εσωτερικό του αιρετού συστήματος διοίκησης.

Το Συμβούλιο του Δήμου ή της Περιφέρειας εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό συλλογικό αντιπροσωπευτικό όργανο από το οποίο πηγάζει η σχετική αρμοδιότητα, επιλέγει όμως να μεταβιβάσει την άσκησή της σε ένα μικρότερο και θεματικά εξειδικευμένο αιρετό συλλογικό όργανο. Υπό την έννοια αυτή, η ρύθμιση φαίνεται να στοχεύει στην ταχύτερη επεξεργασία των θεμάτων, στην εξειδίκευση της πολιτικής συζήτησης και στη λειτουργικότερη κατανομή του αποφασιστικού έργου, ιδιαίτερα σε Ο.Τ.Α. με μεγάλο εύρος αρμοδιοτήτων και αυξημένο όγκο υποθέσεων.

Γ. Σε ποιους Ο.Τ.Α. μπορούν να συσταθούν επιτροπές αποφασιστικού χαρακτήρα

Η δυνατότητα σύστασης επιτροπών αποφασιστικού χαρακτήρα αφορά συγκεκριμένη κατηγορία Δήμων, ενώ στις Περιφέρειες παρέχεται σε καθολική βάση. Ειδικότερα:

  • Στους Δήμους, προβλέπεται η δυνατότητα σύστασης μίας (1) επιτροπής αποφασιστικού χαρακτήρα στους Δήμους με πληθυσμό άνω των 200.000 κατοίκων.
  • Στις Περιφέρειες, μπορούν να συσταθούν έως δύο (2) επιτροπές αποφασιστικού χαρακτήρα, ανεξαρτήτως πληθυσμού.

Η σύσταση τους πραγματοποιείται με απόφαση του οικείου Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Η απαίτηση αυξημένης πλειοψηφίας για τη λήψη της σχετικής απόφασης αντανακλά τη θεσμική βαρύτητα της συγκεκριμένης επιλογής, καθώς το Συμβούλιο μεταβιβάζει σε άλλο συλλογικό όργανο την άσκηση μέρους των αποφασιστικών αρμοδιοτήτων του.

Δ. Το πεδίο και τα όρια των μεταβιβαζόμενων αρμοδιοτήτων

Κρίσιμο στοιχείο της ρύθμισης αποτελεί ο προσδιορισμός του αντικειμένου κάθε επιτροπής. Η απόφαση του οικείου Συμβουλίου οφείλει να προσδιορίζει με σαφήνεια τους συγκεκριμένους τομείς πολιτικής για τους οποίους μεταβιβάζονται αρμοδιότητες στην επιτροπή. Συνεπώς, η σύσταση της επιτροπής συνδέεται άμεσα με τον σαφή καθορισμό του πεδίου δράσης της.

Παράλληλα, ο Κώδικας θέτει συγκεκριμένα όρια στη δυνατότητα μεταβίβασης, εξαιρώντας δύο κατηγορίες αρμοδιοτήτων (άρθρο 130 παρ. 1). Ειδικότερα, εξαιρούνται οι αρμοδιότητες που προβλέπονται:

α. στο Κεφάλαιο Β’ του Μέρους Α’ του Βιβλίου Τέταρτου (άρθρα 364–374), το οποίο αφορά την κατάρτιση του προϋπολογισμού των Δήμων και των Περιφερειών, και

β. στο Μέρος Β’ του Βιβλίου Τέταρτου (άρθρα 381–448), το οποίο αφορά τα έσοδα των Δήμων και των Περιφερειών.

Πρόκειται, συνεπώς, για δύο κρίσιμα πεδία της οικονομικής διοίκησης των ΟΤΑ, ως προς τα οποία ο νομοθέτης διατηρεί τις σχετικές αποφασιστικές αρμοδιότητες στο Δημοτικό και Περιφερειακό Συμβούλιο.

Η ακριβής οριοθέτηση των μεταβιβαζόμενων αρμοδιοτήτων αποκτά ιδιαίτερη πρακτική σημασία, καθώς από αυτήν προσδιορίζεται ποιο συλλογικό όργανο διαθέτει κάθε φορά την αποφασιστική αρμοδιότητα για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Ε. Συγκρότηση, σύνθεση και λειτουργία των επιτροπών

Σε ό,τι αφορά τη συγκρότηση, τον αριθμό των μελών και την εκλογή των επιτροπών, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 135 έως 137 που διέπουν τη Δημοτική και Περιφερειακή Επιτροπή. Με τον τρόπο αυτό, το νέο θεσμικό πλαίσιο εντάσσει τις επιτροπές αυτές σε ένα ήδη διαμορφωμένο σύστημα αντιπροσωπευτικής συγκρότησης των συλλογικών οργάνων.

Πρόεδρος κάθε επιτροπής αποφασιστικού χαρακτήρα είναι πρόσωπο της παράταξης της πλειοψηφίας. Στους Δήμους είναι ο αρμόδιος, σε σχέση με το αντικείμενο της επιτροπής, Αντιδήμαρχος ή δημοτικός σύμβουλος της παράταξης της πλειοψηφίας, ο οποίος ορίζεται από τον Δήμαρχο. Αντίστοιχα, στις Περιφέρειες είναι Αντιπεριφερειάρχης, Αναπληρωτής Περιφερειάρχης ή περιφερειακός σύμβουλος της παράταξης της πλειοψηφίας, που ορίζεται από τον Περιφερειάρχη. Για την εκλογή Αντιπροέδρου εφαρμόζεται αναλογικά η παρ. 5 του άρθρου 135 του Κώδικα. Η επιλογή αυτή συνδέει την προεδρία της επιτροπής με την πολιτική ευθύνη της διοίκησης για τον αντίστοιχο τομέα πολιτικής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, η ρητή πρόβλεψη ότι δεν αποτελεί ασυμβίβαστο η ταυτόχρονη συμμετοχή συμβούλου στη Δημοτική ή Περιφερειακή Επιτροπή και σε επιτροπή αποφασιστικού χαρακτήρα.

Ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο σύγκλησης, την πρόσκληση, το περιεχόμενο της ημερήσιας διάταξης, την απαρτία, τις απαιτούμενες πλειοψηφίες, τα πρακτικά, τη δημοσιότητα και τα λοιπά ζητήματα λειτουργίας, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 139 έως 147 του Κώδικα, οι οποίες ρυθμίζουν τη λειτουργία της Δημοτικής και Περιφερειακής Επιτροπής.

Ειδικό καθεστώς προβλέπεται για την περίοδο από έναν μήνα πριν από τη διενέργεια των αυτοδιοικητικών εκλογών έως την εγκατάσταση των νέων αρχών. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, οι επιτροπές αποφασιστικού χαρακτήρα, κατ’ αναλογική εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 120, μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις μόνο για θέματα που αφορούν έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης, καθώς και για θέματα που σχετίζονται με την υλοποίηση συγχρηματοδοτούμενων έργων.

Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνεται ένα ενιαίο διαδικαστικό πλαίσιο για τη λειτουργία των αποφασιστικών συλλογικών οργάνων των Ο.Τ.Α., με ειδικούς περιορισμούς στην άσκηση της αποφασιστικής τους αρμοδιότητας κατά την προεκλογική και μεταβατική περίοδο.

ΣΤ. Η θεσμική σχέση με το Δημοτικό και Περιφερειακό Συμβούλιο

Η σχέση των επιτροπών αποφασιστικού χαρακτήρα με το οικείο Δημοτικό ή Περιφερειακό Συμβούλιο δεν εξαντλείται στη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων, καθώς ο Κώδικας προβλέπει μηχανισμούς επαναφοράς ιδιαίτερα σοβαρών θεμάτων στην κρίση του Συμβουλίου. Καταρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ. 1 περ. β΄ του Κώδικα, το Δημοτικό ή Περιφερειακό Συμβούλιο μπορεί, για θέματα ιδιαίτερα σοβαρά, με ειδική αιτιολογία και με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του, να αποφασίσει ότι θα ασκήσει το ίδιο αρμοδιότητα που έχει μεταβιβαστεί σε επιτροπή αποφασιστικού χαρακτήρα.

Αντίστροφα, η ίδια η επιτροπή μπορεί να παραπέμπει συγκεκριμένο θέμα της αρμοδιότητάς της στο οικείο Συμβούλιο για τη λήψη απόφασης, εφόσον κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται από την ιδιαίτερη σοβαρότητά του. Η σχετική απόφαση της επιτροπής λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών της.

Διαμορφώνεται έτσι μία αμφίδρομη θεσμική δικλείδα, μέσω της οποίας ζητήματα αυξημένης πολιτικής ή διοικητικής βαρύτητας μπορούν να επανέρχονται στην κρίση του Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβουλίου, παρά την προηγούμενη μεταβίβαση της σχετικής αρμοδιότητας.

Παράλληλα, από τις λοιπές διατάξεις του Κώδικα προκύπτει ότι οι επιτροπές αποφασιστικού χαρακτήρα μπορούν να εισάγουν θέματα προς συζήτηση στο Δημοτικό ή Περιφερειακό Συμβούλιο, στοιχείο που ενισχύει περαιτέρω τη λειτουργική σύνδεση μεταξύ των δύο επιπέδων συλλογικής λήψης αποφάσεων.

Ζ. Συμπεράσματα

Εν κατακλείδι, με το άρθρο 130 του ν. 5314/2026 διαμορφώνεται ένα συνεκτικό εργαλείο οργάνωσης της συλλογικής διοίκησης των Ο.Τ.Α., το οποίο επιτρέπει τη μεταβίβαση συγκεκριμένων αποφασιστικών αρμοδιοτήτων από τα Δημοτικά και Περιφερειακά Συμβούλια σε θεματικά εξειδικευμένες επιτροπές.

Η ιδιαίτερη θεσμική σημασία της νέας ρύθμισης έγκειται, αφενός, στη συστηματοποίηση του σχετικού μηχανισμού για τις Περιφέρειες και, αφετέρου, στην επέκτασή του για πρώτη φορά στους Δήμους με πληθυσμό άνω των 200.000 κατοίκων. Με τον τρόπο αυτό εισάγεται μία ευρύτερη λογική κατανομής της αποφασιστικής λειτουργίας στο εσωτερικό των Ο.Τ.Α.

Η εξειδίκευση των πεδίων λήψης αποφάσεων και η μεταβίβαση μέρους του αποφασιστικού έργου σε μικρότερα συλλογικά όργανα δύνανται να συμβάλουν στην αποφόρτιση των Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων από τον όγκο των συζητούμενων θεμάτων και στην ταχύτερη επεξεργασία και λήψη αποφάσεων.

Ιδίως στις Περιφέρειες, όπου προβλέπεται η δυνατότητα σύστασης έως δύο τέτοιων επιτροπών ανεξαρτήτως πληθυσμού, αλλά και στους μεγαλύτερους Δήμους της χώρας, η σχετική ρύθμιση μπορεί να αποκτήσει σημαντικό πρακτικό αποτύπωμα.

Η αποτελεσματικότητα του θεσμού θα εξαρτηθεί, ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο κάθε Συμβούλιο θα προσδιορίσει το αντικείμενο, το εύρος και τα όρια των μεταβιβαζόμενων αρμοδιοτήτων, αλλά και από την επίτευξη της αναγκαίας ισορροπίας μεταξύ της ταχύτερης και αποτελεσματικότερης λήψης αποφάσεων και της διατήρησης του κεντρικού πολιτικού και αντιπροσωπευτικού ρόλου του Δημοτικού και Περιφερειακού Συμβουλίου.

Δημοσιεύθηκε: anavathmisi.gr