Α. Εισαγωγή
Το Δημοτικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) αποτελεί το βασικό συλλογικό αντιπροσωπευτικό όργανο του Δήμου και τον κατεξοχήν χώρο στον οποίο διαμορφώνονται, συζητούνται και αποκτούν θεσμική έκφραση οι βασικές επιλογές της δημοτικής πολιτικής. Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ν. 5314/2026, Α’ 103) συστηματοποιεί σε ενιαίο πλαίσιο τις διατάξεις που αφορούν τη συγκρότηση, τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία του Δ.Σ., αποσαφηνίζοντας παράλληλα τη θέση του στο συνολικό σύστημα διοίκησης του Δήμου.
Οι σχετικές ρυθμίσεις περιλαμβάνονται, κυρίως, στα άρθρα 117 έως 134 και καλύπτουν ολόκληρο τον κύκλο λειτουργίας του συλλογικού οργάνου: από τη συγκρότηση του προεδρείου και τις αρμοδιότητές του Δ.Σ. έως τον τρόπο σύγκλησης και συνεδρίασης, τη δημοσιότητα, την ημερήσια διάταξη, την απαρτία και τη λήψη αποφάσεων.
Η συστηματοποίηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το Δ.Σ. λειτουργεί πλέον μέσα σε ένα περισσότερο σύνθετο σύστημα κατανομής και αλληλεπίδρασης αρμοδιοτήτων μεταξύ του ίδιου, του Δημάρχου, της Δημοτικής Επιτροπής και, όπου προβλέπεται, των αποφασιστικού χαρακτήρα επιτροπών.
Β. Το Δημοτικό Συμβούλιο ως όργανο γενικής αποφασιστικής αρμοδιότητας
Κεντρική για την κατανόηση του θεσμικού ρόλου του Δ.Σ. είναι η διάταξη του άρθρου 120 του Κώδικα. Σύμφωνα με αυτή, το Δ.Σ. αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν τον Δήμο, με εξαίρεση όσα έχουν ανατεθεί από τον νόμο στον Δήμαρχο ή σε άλλο δημοτικό όργανο, καθώς και όσα το ίδιο έχει μεταβιβάσει στη Δημοτική Επιτροπή ή σε αποφασιστικού χαρακτήρα επιτροπή του. Διατηρεί, επομένως, τον χαρακτήρα του ως οργάνου γενικής αποφασιστικής αρμοδιότητας, ενώ παράλληλα ο Κώδικας διαμορφώνει ένα περισσότερο ευέλικτο σύστημα εσωτερικής κατανομής της αποφασιστικής λειτουργίας.
Το Δ.Σ. μπορεί, επίσης, να μεταβιβάζει αρμοδιότητές του στη Δημοτική Επιτροπή ή, όπου προβλέπεται, σε αποφασιστικού χαρακτήρα επιτροπή. Αντίστροφα, για θέματα ιδιαίτερης σοβαρότητας μπορεί, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση και την προβλεπόμενη πλειοψηφία, να αποφασίζει ότι θα ασκήσει το ίδιο αρμοδιότητες των οργάνων αυτών.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται, στο άρθρο 130 του Κώδικα, η δυνατότητα σύστασης, στους Δήμους με πληθυσμό άνω των 200.000 κατοίκων, αποφασιστικού χαρακτήρα επιτροπής, στην οποία μπορούν να μεταβιβάζονται αρμοδιότητες του Δ.Σ. για συγκεκριμένους τομείς πολιτικής. Από τη δυνατότητα αυτή εξαιρούνται οι αρμοδιότητες που αφορούν την κατάρτιση και αναμόρφωση του προϋπολογισμού, καθώς και τα έσοδα του Δήμου (άρθρο 130 παρ. 1 ν. 5314/2026). Αντίστοιχα, θέματα ιδιαίτερης σοβαρότητας μπορούν να παραπέμπονται εκ νέου στο Δ.Σ. με απόφαση που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών της επιτροπής.
Διαμορφώνεται έτσι, ένας μηχανισμός λειτουργικής αλληλεπίδρασης των συλλογικών οργάνων, ο οποίος επιτρέπει την προσαρμογή του επιπέδου λήψης της απόφασης στη φύση και στη θεσμική βαρύτητα κάθε θέματος.
Γ. Η λειτουργία του Δημοτικού Συμβουλίου
i. Τρόποι συνεδρίασης
Ο Κώδικας ενσωματώνει σε ενιαίο πλαίσιο τις διαφορετικές μορφές λειτουργίας του Δημοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με το άρθρο 121 αυτού, το Δ.Σ. μπορεί, με απόφαση του Προέδρου του, να συνεδριάζει δια ζώσης, με τηλεδιάσκεψη ή με μικτό τρόπο, με ταυτόχρονη δηλαδή φυσική και εξ αποστάσεως συμμετοχή των μελών του.
Η δια ζώσης συνεδρίαση πραγματοποιείται στο δημοτικό κατάστημα ή σε άλλο κατάλληλο χώρο εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου, ενώ για την τηλεδιάσκεψη χρησιμοποιείται πρόσφορο μέσο ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
Οι δυνατότητες τηλεδιάσκεψης και μικτής συνεδρίασης είχαν ήδη ενταχθεί στο προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο και ενσωματώνονται πλέον στη συστηματική ρύθμιση του Κώδικα. Το σχετικό πλαίσιο συμπληρώθηκε με τον ν. 5321/2026 (Α’ 114), με ειδική μέριμνα για την εξ αποστάσεως συμμετοχή μέλους του Δ.Σ. που εγκυμονεί ή έχει γεννήσει, και υπό την προϋπόθεση υποβολής σχετικού αιτήματος προς τον πρόεδρο του οργάνου.
ii. Η δημοσιότητα των συνεδριάσεων
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδει το νέο θεσμικό πλαίσιο, στη δημοσιότητα των συνεδριάσεων. Το άρθρο 122 του Κώδικα κατοχυρώνει τον δημόσιο χαρακτήρα τόσο των δια ζώσης όσο και των εξ αποστάσεως συνεδριάσεων και εισάγει μία ιδιαίτερα σημαντική υποχρέωση: κάθε δημόσια συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου μεταδίδεται υποχρεωτικά ταυτόχρονα, με ανάρτηση σχετικού συνδέσμου στην ιστοσελίδα του Δήμου ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του Δήμου, εφόσον υπάρχουν.
Η εν λόγω ρύθμιση διευρύνει ουσιαστικά τη δυνατότητα των πολιτών να παρακολουθούν σε πραγματικό χρόνο τις συνεδριάσεις του συλλογικού οργάνου και προσδίδει στην αρχή της δημοσιότητας μια σαφή ψηφιακή διάσταση.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ηλεκτρονική τήρηση και ανάρτηση των επίσημων πρακτικών στην ιστοσελίδα του Δήμου, με την απαιτούμενη προστασία των προσωπικών δεδομένων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 132 του Κώδικα.
iii. Πρόσκληση και σύγκληση
Σε ό,τι αφορά την προετοιμασία και υλοποίηση των συνεδριάσεων ο Κώδικας οργανώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια την εν λόγω διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα, το Δ.Σ. συγκαλείται από τον Πρόεδρό του με ηλεκτρονική πρόσκληση, στην οποία αναφέρονται ο τόπος, ο χρόνος και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης.
Στις τακτικές συνεδριάσεις η πρόσκληση αποστέλλεται στους δημοτικούς συμβούλους τουλάχιστον τρεις (3) πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση και συνοδεύεται από τις σχετικές εισηγήσεις των αρμόδιων υπηρεσιών, ώστε τα μέλη του οργάνου να διαθέτουν τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας. Η πρόσκληση αναρτάται αυθημερόν στην ιστοσελίδα του Δήμου, συνδέοντας τη διαδικασία σύγκλησης με την αρχή της διαφάνειας και της έγκαιρης δημόσιας ενημέρωσης.
iv. Η ημερήσια διάταξη
Σε ό,τι αφορά την ημερήσια διάταξη, αυτή καταρτίζεται από τον Πρόεδρο του Δ.Σ., ο οποίος εντάσσει υποχρεωτικά τα θέματα που προτείνονται από τον Δήμαρχο, τη Δημοτική Επιτροπή και τις αποφασιστικού χαρακτήρα επιτροπές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θεσμική δυνατότητα των παρατάξεων της μειοψηφίας να προκαλούν την εισαγωγή θεμάτων προς συζήτηση. Ο Πρόεδρος μπορεί να εντάσσει θέμα που προτείνεται από επικεφαλής παράταξης της μειοψηφίας, ενώ υποχρεούται να εντάσσει θέματα της μείζονος μειοψηφίας έως τρεις (3) φορές ανά ημερολογιακό έτος και κάθε άλλης παράταξης της μειοψηφίας μία (1) φορά ανά έτος.
Υπό το πρίσμα αυτό, η συγκεκριμένη ρύθμιση ενδυναμώνει τον θεσμικό ρόλο των παρατάξεων της αντιπολίτευσης, προσδίδοντας σε αυτές μια διακριτή και θεσμικά κατοχυρωμένη δυνατότητα συμμετοχής στη διαμόρφωση της θεματολογίας του Δ.Σ. και, κατ’ επέκταση, στη δημόσια συζήτηση επί ζητημάτων δημοτικού ενδιαφέροντος.
v. Κατεπείγουσες και διά περιφοράς συνεδριάσεις
Για ζητήματα που απαιτούν άμεση αντιμετώπιση, ο Κώδικας προβλέπει ειδικό καθεστώς κατεπείγουσας συνεδρίασης. Στην περίπτωση αυτή η πρόσκληση μπορεί να κοινοποιείται ακόμη και την ημέρα διεξαγωγής της συνεδρίασης, με ειδική αναφορά στους λόγους που στοιχειοθετούν το κατεπείγον, το οποίο κρίνεται από το ίδιο το Δ.Σ. σύμφωνα με τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Για τις περιπτώσεις όπου απαιτείται άμεση λήψη απόφασης και πιθανολογείται κίνδυνος από την αναβολή, παρέχεται επίσης η δυνατότητα διά περιφοράς συνεδρίασης.
Για τη νομιμότητα της διαδικασίας απαιτείται συμμετοχή τουλάχιστον των 2/3 των μελών του οργάνου, ενώ η απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών, εκτός εάν ειδική διάταξη προβλέπει μεγαλύτερη πλειοψηφία.
vi. Απαρτία και λήψη αποφάσεων
Σε ό,τι αφορά τη λήψη των αποφάσεων, η ύπαρξη απαρτίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη νόμιμη λειτουργία του Δ.Σ., ενώ για κάθε θέμα της ημερήσιας διάταξης λαμβάνεται χωριστή απόφαση. Ως γενικός κανόνας, οι αποφάσεις λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, εκτός από τις περιπτώσεις για τις οποίες ο νόμος προβλέπει ειδική ή αυξημένη πλειοψηφία.
Ιδιαίτερη πρακτική σημασία έχει ο τρόπος υπολογισμού της πλειοψηφίας. Για τον σκοπό αυτό ως παρόντες λογίζονται όσοι ψηφίζουν θετικά ή αρνητικά, ενώ η δηλωμένη αποχή στη φανερή ψηφοφορία και η λευκή ψήφος στη μυστική ψηφοφορία εξαιρούνται από τον σχετικό υπολογισμό.
vii. Συζήτηση, ψηφοφορία και συμμετοχή τρίτων
Στο πεδίο της οργάνωσης της συζήτησης κατά τις συνεδριάσεις του Δ.Σ., η εξέταση των θεμάτων ακολουθεί τη σειρά που προβλέπει ο Κώδικας. Ο Δήμαρχος και ο αρμόδιος Αντιδήμαρχος τοποθετούνται κατά προτεραιότητα και ακολουθούν οι επικεφαλής των παρατάξεων της μειοψηφίας, οι ειδικοί αγορητές και οι δημοτικοί σύμβουλοι.
Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά κανόνα με φανερή ψηφοφορία, ενώ σε περίπτωση ισοψηφίας εφαρμόζεται η ειδική πρόβλεψη του Κώδικα για την ψήφο του Προέδρου. Ο Δήμαρχος συμμετέχει στις συζητήσεις του Δ.Σ. χωρίς δικαίωμα ψήφου, στοιχείο που αποτυπώνει τη διακριτή θεσμική θέση του Δημάρχου έναντι του συλλογικού οργάνου και τη διάκριση των αντίστοιχων ρόλων τους στο σύστημα διοίκησης του Δήμου.
Παράλληλα, με απόφαση του Δ.Σ. μπορεί να δοθεί ο λόγος σε εκπροσώπους φορέων ή πολίτες που παρευρίσκονται στη συνεδρίαση. Στη διαδικασία μπορούν επίσης να συμμετέχουν, σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις του Κώδικα, ο Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Νέων, ενισχύοντας τον συμμετοχικό χαρακτήρα της δημοτικής συζήτησης.
Δ. Τι αλλάζει σε σχέση με το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο
Η αποτύπωση του νέου πλαισίου λειτουργίας του Δ.Σ. αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σύγκριση με τις ρυθμίσεις που ίσχυαν έως την έναρξη εφαρμογής του νέου Κώδικα, καθώς επιτρέπει να διακριθούν οι διατάξεις που συστηματοποιούν το προϋφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο από εκείνες που εισάγουν νέες ρυθμίσεις ή διαφοροποιούν ουσιωδώς τον τρόπο λειτουργίας του οργάνου.
Ο Κώδικας διατηρεί, σε σημαντικό βαθμό, τον βασικό πυρήνα των κανόνων λειτουργίας του Δ.Σ., εισάγει όμως ορισμένες ουσιαστικές μεταβολές, με έμφαση στη δημοσιότητα, στη συμμετοχή της μειοψηφίας και στην οργανωτική λειτουργία του οργάνου.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η καθιέρωση της υποχρεωτικής ταυτόχρονης διαδικτυακής μετάδοσης κάθε δημόσιας συνεδρίασης του Δ.Σ. (άρθρο 122 παρ. 2). Η δημοσιότητα αποκτά έτσι ενεργό ψηφιακό περιεχόμενο, διευρύνοντας ουσιαστικά τη δυνατότητα των πολιτών να παρακολουθούν σε πραγματικό χρόνο τις συνεδριάσεις του βασικού συλλογικού οργάνου του Δήμου.
Παράλληλα, ενισχύεται ο θεσμικός ρόλος των παρατάξεων της μειοψηφίας στην κατάρτιση της ημερήσιας διάταξης (άρθρο 126 παρ. 2). Στο προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο, οι επικεφαλής των δημοτικών παρατάξεων είχαν τη δυνατότητα να προτείνουν, δύο (2) ημέρες πριν από τη δημοσίευση της πρόσκλησης, την προσθήκη έως ενός επείγοντος θέματος ο καθένας, η ένταξη του οποίου εναπόκειτο στην κρίση του Προέδρου. Με τον νέο Κώδικα, ο επικεφαλής κάθε παράταξης της μειοψηφίας μπορεί να προτείνει θέμα έως μία ημέρα πριν από τη δημοσίευση της πρόσκλησης, ενώ, κυρίως, καθιερώνεται για πρώτη φορά υποχρέωση του Προέδρου να εντάσσει θέμα που προτείνεται από τη μείζονα μειοψηφία έως τρεις φορές ανά ημερολογιακό έτος και από καθεμία από τις λοιπές παρατάξεις μία φορά ετησίως.
Μεταβολή επέρχεται και στη διαδικασία προετοιμασίας των συνεδριάσεων (άρθρο 124 παρ. 2), καθώς οι σχετικές εισηγήσεις αποστέλλονται πλέον στους συμβούλους μαζί με την πρόσκληση, δηλαδή τουλάχιστον τρεις (3) πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, έναντι της προθεσμίας των δύο (2) ημερών που ίσχυε προηγουμένως για τη γνωστοποίησή τους. Ως προς την πρόσκληση, διατηρείται η ήδη προβλεπόμενη προθεσμία των τριών (3) πλήρων ημερών.
Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δυνατότητα σύστασης αποφασιστικού χαρακτήρα επιτροπής στους Δήμους άνω των 200.000 κατοίκων (άρθρο 130 παρ. 1), στην οποία μπορούν να μεταβιβάζονται αρμοδιότητες του Δ.Σ. για συγκεκριμένους τομείς πολιτικής. Η πρόβλεψη αυτή εντάσσεται στη γενικότερη κατεύθυνση του Κώδικα για περισσότερο ευέλικτη κατανομή της αποφασιστικής λειτουργίας μεταξύ των συλλογικών οργάνων.
Οι μεταβολές αυτές αναδεικνύουν ως βασικές κατευθύνσεις του νέου πλαισίου την ενίσχυση της διαφάνειας και της ψηφιακής δημοσιότητας, τη θεσμική αναβάθμιση της συμμετοχής της μειοψηφίας και τη μεγαλύτερη οργανωτική ευελιξία στη λειτουργία του Δ.Σ.
Ε. Συμπεράσματα
Συμπερασματικά, ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης συστηματοποιεί και εκσυγχρονίζει το πλαίσιο λειτουργίας του Δ.Σ., διατηρώντας το στον πυρήνα του συστήματος δημοτικής διακυβέρνησης ως όργανο γενικής αποφασιστικής αρμοδιότητας και βασικό πεδίο πολιτικής αντιπροσώπευσης.
Η ενίσχυση της δημοσιότητας, η μεγαλύτερη θεσμική συμμετοχή της μειοψηφίας και η λειτουργική διασύνδεση με τα υπόλοιπα συλλογικά όργανα συνθέτουν ένα περισσότερο ανοικτό και ευέλικτο μοντέλο λειτουργίας του Δ.Σ., το οποίο διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για την ενίσχυση της διαφάνειας, της πολιτικής συμμετοχής και της αποτελεσματικότητας στη λήψη των δημοτικών αποφάσεων.
