Η πρόσφατη δήλωση του Τζορτζ Κλούνεϊ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βιώνουν μια περίοδο «κακιστοκρατίας» προκάλεσε αίσθηση, ταυτόχρονα όμως επανέφερε στη δημόσια συζήτηση έναν παλαιό, αλλά εξαιρετικά επίκαιρο πολιτικό όρο. Η κακιστοκρατία (kakistocracy) – από τις ελληνικές λέξεις «κάκιστος» και «κράτος» – περιγράφει κυριολεκτικά τη διακυβέρνηση από τους χειρότερους: τους λιγότερο ικανούς, τους λιγότερο ενάρετους ή τους περισσότερο ιδιοτελείς.
Πρόκειται ασφαλώς για έναν όρο με έντονο αξιολογικό φορτίο. Πίσω από τη ρητορική του οξύτητα, ωστόσο, βρίσκεται ένα ουσιαστικό ερώτημα: με ποιους μηχανισμούς ένα πολιτικό σύστημα αναδεικνύει στις κορυφαίες θέσεις ευθύνης πρόσωπα που υπολείπονται σε ικανότητα, επάρκεια, ήθος και αίσθηση του δημόσιου συμφέροντος;
Η κακιστοκρατία αποτελεί περισσότερο αποτέλεσμα θεσμικής και πολιτικής παρακμής παρά αυτοτελές μοντέλο διακυβέρνησης. Μπορεί να εμφανιστεί σε αυταρχικά καθεστώτα, προσωποπαγείς κυβερνήσεις, ακόμη και σε τυπικά λειτουργούσες δημοκρατίες. Η ύπαρξη εκλογών εξασφαλίζει τη νομιμοποίηση της εξουσίας, χωρίς όμως να εγγυάται από μόνη της την ποιότητα της διακυβέρνησης.
Στον σύγχρονο κόσμο, η απόσταση ανάμεσα στη θεσμική μορφή και στην πραγματική λειτουργία των πολιτευμάτων διευρύνεται διαρκώς. Πολλά κράτη διεξάγουν εκλογές και διαθέτουν κοινοβούλια και συντάγματα, την ίδια στιγμή όμως η εξουσία συγκεντρώνεται γύρω από έναν ηγέτη, οι ανεξάρτητοι θεσμοί αποδυναμώνονται και η δημόσια διοίκηση κομματικοποιείται. Διαμορφώνονται έτσι υβριδικά καθεστώτα, τα οποία διατηρούν το θεσμικό περίβλημα της δημοκρατίας, ενσωματώνοντας ολοένα ισχυρότερα στοιχεία αυταρχικής διακυβέρνησης.
Τα στοιχεία της τελευταίας έκθεσης (2026) του Ινστιτούτου Varieties of Democracy (V-Dem) για την κατάσταση της δημοκρατίας με τίτλο «Unraveling The Democratic Era?» αποτυπώνουν αυτή τη γενικότερη υποχώρηση: στο τέλος του 2025 καταγράφονταν 92 απολυταρχικά καθεστώτα έναντι 87 δημοκρατιών, ενώ μόλις το 7% του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε σε φιλελεύθερες δημοκρατίες. Η δημοκρατική οπισθοδρόμηση αφορά πλέον και χώρες με μακρά δημοκρατική παράδοση, γεγονός που υπενθυμίζει ότι η δημοκρατία αποτελεί μια διαρκή θεσμική κατάκτηση και όχι ένα οριστικά κατοχυρωμένο ιστορικό δεδομένο.
Σε αυτό το πλαίσιο, βλέπουμε συχνά την πολιτική αντιπαράθεση να απομακρύνεται από τα προγράμματα, τις προτάσεις και τις ιδέες και να στρέφεται στην καλλιέργεια του φόβου, στη συναισθηματική πόλωση και στη διαίρεση της κοινωνίας σε αντιμαχόμενα «στρατόπεδα», συγκροτημένα γύρω από άκαμπτες πολιτικές και κοινωνικές ταυτότητες. Η επιστημονική τεκμηρίωση υποχωρεί απέναντι στην επικοινωνιακή συνθηματολογία, ενώ η πολυπλοκότητα των προβλημάτων μεταφράζεται σε εύκολες απαντήσεις και στην αναζήτηση κατασκευασμένων εχθρών.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον γεννιέται η κακιστοκρατία και μαζί της εδραιώνεται ένας φαύλος κύκλος θεσμικής υποβάθμισης όπου η αφοσίωση στον ηγέτη υπερισχύει της αξιοκρατίας, η επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα της διοικητικής επάρκειας, η πρόκληση της σοβαρότητας και το προσωπικό συμφέρον της δημόσιας ευθύνης. Οι «χειρότεροι» παύουν τότε να αποτελούν μεμονωμένες εξαιρέσεις και μετατρέπονται σε προϊόν του ίδιου του συστήματος.
Η απάντηση, ωστόσο, για την υπέρβαση της κακιστοκρατίας δύσκολα βρίσκεται σε μια κλειστή πολιτική νομενκλατούρα αυτοαποκαλούμενων «αρίστων». Το ζητούμενο είναι περισσότερη και ποιοτικότερη δημοκρατία: με ισχυρούς θεσμούς, ουσιαστικούς μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας, αξιοκρατική δημόσια διοίκηση, ελεύθερη ενημέρωση και πολιτικές ηγεσίες που συνδυάζουν τη λαϊκή νομιμοποίηση με την επάρκεια και το ήθος της ευθύνης.
Η πιο ανησυχητική πλευρά της κακιστοκρατίας, όμως, βρίσκεται πέρα από την παρουσία των «χειρότερων» στην εξουσία. Βρίσκεται στη σταδιακή εξοικείωση της κοινωνίας με αυτή την κατάσταση και στην αποδοχή των συμπεριφορών που τη συνοδεύουν, σε τέτοιο βαθμό ώστε η πολιτική χυδαιότητα να θεωρείται αυθεντικότητα, η αυθαιρεσία αποφασιστικότητα, η άγνοια αντισυστημικότητα και η περιφρόνηση των θεσμών έκφραση λαϊκής κυριαρχίας.
Η αισιόδοξη εκτίμηση του Κλούνεϊ ότι «θα το ξεπεράσουμε» μπορεί να επιβεβαιωθεί μόνο μέσα από τη δημοκρατική εγρήγορση και την ενίσχυση των θεσμών. Οι δημοκρατίες διαθέτουν πράγματι μηχανισμούς αυτοδιόρθωσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι πολίτες, οι θεσμοί και οι πολιτικές δυνάμεις αναλαμβάνουν την ευθύνη να τους υπερασπίζονται και να τους ενεργοποιούν.
Με απλά λόγια: η κακιστοκρατία επικρατεί όταν μια κοινωνία συμβιβάζεται με τους χειρότερους· η δημοκρατία αντιστέκεται και ανανεώνεται όταν αρχίζει ξανά να απαιτεί –και να επιλέγει– τους καλύτερους.
