Η ανάγκη για ουσιαστική αποκέντρωση στο ελληνικό διοικητικό σύστημα δεν αποτελεί νέο αίτημα. Σήμερα, όμως, συνιστά κρίσιμη προϋπόθεση για την αντιμετώπιση των ολοένα αυξανόμενων χωρικών και κοινωνικών ανισοτήτων, της δημογραφικής συρρίκνωσης, της κλιματικής κρίσης και του ψηφιακού χάσματος, φαινομένων που εκδηλώνονται με διαφορετική ένταση στον εθνικό χώρο και αναδεικνύουν τα όρια του υφιστάμενου συγκεντρωτικού μοντέλου. Παρά τα βήματα προόδου που έχουν συντελεστεί, η τοπική αυτοδιοίκηση εξακολουθεί να λειτουργεί με περιορισμένο βαθμό αυτονομίας και αυτοτέλειας, τόσο ως προς τις αρμοδιότητες όσο και ως προς τους διαθέσιμους πόρους.
Σε αυτό το περιβάλλον, όπου η θεσμική αναθεώρηση της αποκέντρωσης παραμένει ζητούμενο επί σειρά ετών, η Εδαφική Ατζέντα 2030 [1] παρέχει σε ευρωπαϊκό επίπεδο όχι απλώς ένα στέρεο θεωρητικό υπόβαθρο, αλλά έναν σαφή πολιτικό προσανατολισμό για τη μετάβαση σε ένα περισσότερο ισορροπημένο, πολυκεντρικό μοντέλο ανάπτυξης και πολυεπίπεδης διακυβέρνησης.
Πιο συγκεκριμένα, η Εδαφική Ατζέντα 2030, ως στρατηγικό πλαίσιο, αναγνωρίζει ότι οι αναπτυξιακές προκλήσεις είναι κατεξοχήν εδαφικές. Ορεινοί, νησιωτικοί, αγροτικοί και αστικοί χώροι αντιμετωπίζουν διαφορετικές πιέσεις και διαθέτουν διαφορετικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Η λογική των οριζόντιων, κεντρικά σχεδιασμένων πολιτικών έχει, άλλωστε, αποδειχθεί – διαχρονικά – ανεπαρκής. Η τοπική αυτοδιοίκηση, στο σημερινό σύνθετο και μεταβαλλόμενο περιβάλλον – καλείται να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό και την υλοποίηση πολιτικών «κομμένων και ραμμένων» στις ανάγκες κάθε τόπου.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, το υφιστάμενο διοικητικό μοντέλο παραμένει έντονα συγκεντρωτικό. Οι Δήμοι και οι Περιφέρειες διαχειρίζονται αυξημένες αρμοδιότητες, χωρίς αντίστοιχη θεσμική αυτονομία, επαρκείς πόρους ή ουσιαστικό λόγο – και ρόλο – στον αναπτυξιακό σχεδιασμό. Η εξάρτηση από κεντρικές επιλογές, εγκρίσεις και χρηματοδοτήσεις, η πολυπλοκότητα και η διοικητική γραφειοκρατία των διαδικασιών και η περιορισμένη φορολογική και επενδυτική ευελιξία των ΟΤΑ υπονομεύουν, σε πολύ μεγάλο βαθμό, την αποτελεσματικότητα και λειτουργικότητα της τοπικής διακυβέρνησης.
Η Εδαφική Ατζέντα 2030, ως στρατηγικό εργαλείο, προκρίνει την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση ως βασικό μηχανισμό συνοχής και ανθεκτικότητας. Αυτό μεταφράζεται σε σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, σε ουσιαστική μεταφορά πόρων με σταθερά και διαφανή κριτήρια, και σε ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Σημαίνει, επίσης, ενεργό συμμετοχή των τοπικών αρχών στον σχεδιασμό και τη διαχείριση των ευρωπαϊκών και εθνικών αναπτυξιακών προγραμμάτων, με λιγότερους ενδιάμεσους, λιγότερη κεντρική διαμεσολάβηση και μεγαλύτερη θεσμική ευθύνη.
Η αποκέντρωση, όμως, δεν είναι μόνο διοικητικό ζήτημα. Είναι βαθιά πολιτική επιλογή που αφορά τη δημοκρατία, τη λογοδοσία και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Ισχυρή τοπική αυτοδιοίκηση σημαίνει λήψη αποφάσεων πιο κοντά στον πολίτη, καλύτερη γνώση των τοπικών αναγκών και μεγαλύτερη κοινωνική νομιμοποίηση των ασκούμενων πολιτικών.
Αν η Ελλάδα επιθυμεί να ευθυγραμμιστεί ουσιαστικά με το ευρωπαϊκό όραμα της Εδαφικής Ατζέντας 2030, οφείλει να μετατρέψει την αποκέντρωση από ρητορικό αίτημα σε συνεκτική μεταρρυθμιστική στρατηγική. Και ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης που πρόκειται να κατατεθεί προς διαβούλευση το επόμενο διάστημα αποτελεί κρίσιμο θεσμικό σταυροδρόμι: είτε θα ενισχύσει πραγματικά την αυτονομία, τη δημοσιονομική ευελιξία και τη στρατηγική λειτουργία των ΟΤΑ, είτε θα αναπαράγει έναν βελτιωμένο αλλά εξίσου συγκεντρωτικό μηχανισμό. Γιατί η ανάπτυξη που αγνοεί τις εδαφικές ιδιαιτερότητες, τη νησιωτικότητα, την ορεινότητα και τις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών, τελικά, διευρύνει αντί να μειώνει τις ανισότητες.
[1] Η Εδαφική Ατζέντα είναι το βασικό ευρωπαϊκό στρατηγικό πλαίσιο για την εδαφική συνοχή, την ισόρροπη ανάπτυξη και τον χωρικό σχεδιασμό στην Ευρώπη έως το 2030. Υιοθετήθηκε από τους υπουργούς αρμόδιους για χωροταξία και εδαφική ανάπτυξη την 1η Δεκεμβρίου 2020. Η εδαφική συνοχή είναι ένας από τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που τέθηκε με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (άρθρο 3 της ΣΕΕ). Συνίσταται στην προώθηση της ισορροπημένης και αρμονικής εδαφικής ανάπτυξης τόσο μεταξύ όσο και εντός των χωρών, των περιφερειών, των πόλεων και των δήμων, καθώς και στην εξασφάλιση του μέλλοντος όλων των περιοχών και όλων των ανθρώπων στην Ευρώπη, με την αξιοποίηση της πολυμορφίας των περιοχών και βάσει της επικουρικότητας.