Συχνά λέγεται πως η λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης – αλλά και ευρύτερα της Δημόσιας Διοίκησης – βασίζεται στους ανθρώπους που την υπηρετούν, στο στελεχιακό δυναμικό αυτής, το οποίο είναι αυτό που καλείται να κάνει πράξη το όραμα κάθε διοίκησης.
Αυτό συνάγεται πως η αποτελεσματικότητα και η επιτυχία μιας Διοίκησης σ’ ένα οργανισμό όπως είναι ένας Δήμος, εξαρτάται – μεταξύ άλλων – και από το πλέγμα των σχέσεων που διαμορφώνεται με το Ανθρώπινο Δυναμικό του φορέα και κατά συνέπεια από το πόσο ανθρωποκεντρικό είναι το σύστημα διοίκησης που εφαρμόζεται.
Δηλαδή, εξαρτάται αφενός από τη σημασία που αποδίδει το σύστημα διοίκησης του οργανισμού σε παράγοντες όπως η συναισθηματική νοημοσύνη – η κατανόηση δηλαδή επιμέρους αναγκών και στάσεων – και η αποτελεσματική επικοινωνία με το ανθρώπινο δυναμικό αυτού. Αφετέρου, εξαρτάται από το αν και σε τι βαθμό επενδύει – με στοχευμένες πολιτικές – στην αναβάθμιση των ικανοτήτων και δεξιοτήτων αυτού καθώς και από το βαθμό παρακίνησης και καθοδήγησης του προσωπικού, ούτως ώστε αυτό να επιτύχει τη μέγιστη δυνατή απόδοσή.
Σημαντικό ρόλο στην ευόδωση της ανθρωποκεντρικής αυτής προσέγγισης διαδραματίζουν φυσικά τα ανώτερα στελέχη των Δήμων: οι Δήμαρχοι, οι Αντιδήμαρχοι, οι Γενικοί Γραμματείς, οι Διευθυντές και οι Προϊστάμενοι Υπηρεσιών, οι οποίοι είναι αυτοί που καλούνται να σχεδιάσουν, συντονίσουν και εφαρμόσουν στρατηγικές που θα αξιοποιούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το ανθρώπινο κεφάλαιο του οργανισμού, δημιουργώντας ομάδες που θα είναι ικανές να διαχειριστούν με αποτελεσματικότητα και να μετασχηματίσουν τους διαθέσιμους πόρους και τα μέσα στις αναγκαίες πολιτικές που χρειάζεται κάθε τοπική κοινωνία.
Με απλά λόγια, μπορούμε να πούμε πως αποτελεσματική διοίκηση δεν υφίσταται χωρίς αποτελεσματική ομάδα και δίχως τα 3 συν (+): σύνθεση, συνεργασία και συντονισμό.
Άλλωστε τα τελευταία χρόνια, συμμετοχικά μοντέλα και διαδικασίες που αξιοποιούν τη δυναμική των ομάδων έχουν εισέλθει δυναμικά στο προσκήνιο των τοπικών πολιτικών διακυβέρνησης – εκμεταλλευόμενοι και τις νέες τεχνολογίες – και πλέον βλέπουμε πως ολοένα και περισσότεροι διοικούντες ανά τον κόσμο αναζητούν τρόπους και εργαλεία για να «χτίσουν» τη λογική της αποτελεσματικής ομάδας εντός του οργανισμού που διοικούν.
Αυτό δεν είναι τυχαίο και οι λόγοι που το αιτιολογούν είναι οι εξής:
Πρώτον, διότι στην ομάδα δημιουργούνται φαινόμενα συνέργειας. Δηλαδή όταν τα άτομα συνεργάζονται στα πλαίσια μιας ομάδας θα έχουν καλύτερα και μεγαλύτερα αποτελέσματα από ότι το άθροισμα των αποτελεσμάτων των ίδιων ατόμων όταν ενεργούν μεμονωμένα. H ολότητα, δηλαδή, είναι μεγαλύτερη από το άθροισμα των μερών της.
Δεύτερον, η ομάδα και η αποτελεσματική συνεργασία συμβάλλει ουσιαστικά στην επίτευξη του συντονισμού και της αντιμετώπισης της πολυπλοκότητας καθώς η τυπική οργάνωση (διαίρεση εργασίας, τμήματα, περιγραφή καθηκόντων, ιεραρχικά επίπεδα, σχέσεις εξουσίας, διαδικασίες, ροές εργασιών κ.λπ.) δεν μπορεί να προσδιορίσει και να περιγράψει όλες εκείνες τις σχέσεις, τις λειτουργίες και τις ενέργειες που απαιτεί η συντονισμένη δράση των ατόμων με διαφορετικές γνώσεις, ικανότητες, εμπειρίες, ανάγκες, αντιλήψεις και αξίες.
Τρίτον, η ομάδα δημιουργεί σημαντικές προϋποθέσεις και ευνοϊκό κλίμα για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών καθώς και ορισμένων αναγκών του «εγώ» και αυτο-ολοκλήρωσης των μελών της.
Τέταρτον, η λειτουργία της ομάδας αποτελεί μια εξελικτική διαδικασία για τα ίδια τα μέλη της, καθώς τα άτομα έχουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν περαιτέρω τις γνώσεις τους, τις ικανότητές τους και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους μέσω της συνεργασίας.
Ωστόσο, είναι σαφές πως ζούμε σε μια εποχή ραγδαίων αλλαγών σε όλα τα επίπεδα με κυρίαρχο χαρακτηριστικό την ανασφάλεια, η οποία τείνει να διαμορφώσει μια νέα κοινωνικο-οικονομική συνθήκη που δημιουργεί στάσεις και συμπεριφορές που μας ωθούν να αναθεωρήσουμε πολλά πράγματα, όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο αλλά και σε συλλογικό.
Οι εντεινόμενες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις που υπαγορεύουν την ενσωμάτωση πολιτικών ψηφιακού μετασχηματισμού στην καθημερινή πρακτική και λειτουργία των πόλεων, η κλιματική κρίση και συνακόλουθα η ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας και ασφάλειας σε τοπικό επίπεδο, οι αναπτυξιακές προκλήσεις και το στοίχημα αξιοποίησης των πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και – εσχάτως – η διαχείριση των συνεπειών της πανδημίας του COVID-19, αποτελούν ορισμένα μόνο από τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου περιβάλλοντος μέσα στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν σήμερα οι Δήμοι.
Η ανταπόκριση, επομένως, των πόλεων – και της αυτοδιοίκησης εν γένει – σε αυτές τις συνθήκες και η μετάβαση τους στην επόμενη ημέρα, με ορίζοντα το 2030, προϋποθέτει την ανθρωποκεντρική διοίκηση, η οποία όμως οφείλει να συνοδευτεί από δύο σημαντικές αλλαγές:
Πρώτον, προϋποθέτει τη δομική αλλαγή κουλτούρας σε ότι αφορά τα θέματα οργάνωσης και διοίκησης, ταυτόχρονα με το μετασχηματισμό των παραδοσιακών υπηρεσιακών μηχανισμών από γραφειοκρατικές δομές διαχείρισης και διεκπεράιωσης σε ευέλικτες, επιτελικές δομές παραγωγής έργου και πολιτικών.
Αυτό, μεταξύ άλλων, εμπεριέχει και την ενίσχυση των θεσμών συμμετοχικής διακυβέρνησης και τοπικής δημοκρατίας, μέσα από την καθημερινή πρακτική και λειτουργία των ίδιων των Δήμων, στη βάση του τρίπτυχου διαφάνεια, λογοδοσία, χρηστή διοίκηση με την εισαγωγή νέων, εσωτερικών μηχανισμών ελέγχου και αξιολόγησης, όχι μόνο του παραγόμενου έργου και των παρεχόμενων υπηρεσιών αλλά, και των διαδικασιών που εφαρμόζονται.
Δεύτερον, προϋποθέτει τη διαμόρφωση ενός διευρυμένου και σαφώς ενισχυμένου πλαισίου συνεργασίας της ΤΑ με τον ιδιωτικό τομέα – με ex ante διαμορφωμένους κανόνες, διαδικασίες και προτεραιότητες – στη βάση του οποίου θα αξιοποιείται η εξειδικευμένη γνώση και πρακτική της αγοράς με σκοπό την επιστημονική και τεχνική υποστήριξη και υποβοήθηση του έργου των ΟΤΑ.
Είναι δεδομένο πως οι ΟΤΑ διαθέτουν μια – συγκεκριμένη – διοικητική και επιχειρησιακή ικανότητα, η οποία με βάση τα σημερινά δεδομένα, δεν αναμένεται να μεταβληθεί προς το βέλτιον τα επόμενα χρόνια και επομένως καθίσταται επισφαλής η δυνατότητα αποτελεσματικού σχεδιασμού και εφαρμογής νέων πολιτικών ανάπτυξης.
Πεδία που – ενδεικτικά – θα μπορούσε να εμπεδωθεί ένα τέτοιο πλαίσιο συνεργασίας είναι, μεταξύ άλλων:
- η υλοποίηση του «πράσινου» μετασχηματισμού των πόλεων για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών και κλιματικών προκλήσεων (ενεργειακή αναβάθμιση δημοτικών υποδομών, ηλεκτροκίνηση, αξιοποίηση ΑΠΕ κ.ά.).
- η προώθηση του ψηφιακού μετασχηματισμού των ΟΤΑ και της καινοτομίας, με απώτερο στόχο την εσωτερική αναδιοργάνωσή τους, τη συστημική συνεργασία τους με τα άλλα επίπεδα της δημόσιας διοίκησης, τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών τους και την αποτελεσματική εξ αποστάσεως εξυπηρέτηση των πολιτών.
- η ενίσχυση της αστικής βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας μέσα από την υλοποίηση έργων που θα που καθιστούν τις υποδομές των πόλεων περισσότερο ασφαλείς και ανθεκτικές, ώστε να αντιμετωπίζουν με επάρκεια χρόνιες πιέσεις και καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που οφείλει να γίνει σαφές είναι πως η εποχή των προσωποκεντρικών συστημάτων διοίκησης τείνει να ξεπεραστεί και πως η τοπική αυτοδιοίκηση, ως ο εγγύτερος στον πολίτη θεσμός, οφείλει να επενδύσει κατά προτεραιότητα τα επόμενα χρόνια σε ανθρωποκεντρικά μοντέλα διοίκησης που θα δίδουν ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργική συνεργασία και συντονισμό μεταξύ όλων των εμπλεκομένων μερών, στην προώθηση διαδικασιών ανοιχτής – συμμετοχικής διακυβέρνησης και δημοκρατικής λήψης αποφάσεων, στην καθιέρωση ουσιαστικών μηχανισμών λογοδοσίας και διαφάνειας και στην ενίσχυση της σχέσης εμπιστοσύνης και επικοινωνίας με την κοινωνία των πολιτών.